Oversættelse af "periodisk" til græsk
περιοδικός, περιοδικό er de bedste oversættelser af "periodisk" til græsk.
periodisk
adjective
grammatik
-
περιοδικός
adjective masculineEt dårligt drænet eller periodisk oversvømmet område, hvor jorden er mættet med vand og vegetationen understøttes.
Ελλιπώς αποστραγγιζόμενη ή περιοδικά κατακλυζόμενη έκταση στην οποία το έδαφος είναι κορεσμένο με νερό και η βλάστηση υποστηρίζεται.
-
περιοδικό
adjective neuterEt fartoej kan dog kun vaere opfoert paa en enkelt periodisk liste.
Ένα σκάφος περιλαμβάνεται σ' ένα και μόνο περιοδικό κατάλογο.
-
Vis algoritmisk genererede oversættelser
Automatiske oversættelser af " periodisk " til græsk
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Sætninger svarende til "periodisk" med oversættelser til græsk
-
περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων
-
Περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων · περιοδικός πίνακας · περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων
-
διακεκομμένος · διαλείπων · σποραδικός
-
περιοδική καμπύλη
Tilføj eksempel
Tilføj